Μέρος 2: Οι πληγές που δεν έκλεισαν ποτέ
Ο πατέρας μου συνέχισε να με κοιτάζει χωρίς να μιλά.
Ήταν η πρώτη φορά που το χαμόγελό μου τον έκανε να αισθανθεί άβολα.
Δεν περίμενε αυτή την αντίδραση.
Περίμενε να χαμηλώσω το βλέμμα.
Να απολογηθώ.
Ίσως ακόμη και να φύγω.
Αντί γι' αυτό, παρέμεινα ήρεμη.
Ο Γκρίφιν έσπασε πρώτος τη σιωπή.
«Εξακολουθείς να λατρεύεις το δράμα, έτσι δεν είναι;» είπε γελώντας. «Είπα στον Κάλντερ ότι δεν έπρεπε να σε καλέσει. Οι γάμοι είναι για χαρούμενους ανθρώπους, όχι για οικογενειακά φαντάσματα.»
Μερικοί καλεσμένοι χαμογέλασαν αμήχανα.
Άλλοι έσκυψαν λίγο πιο κοντά, προσπαθώντας να ακούσουν κάθε λέξη.
Άφησα προσεκτικά το ποτήρι μου πάνω στο τραπέζι.
«Ο Κάλντερ με κάλεσε γιατί το ήθελε.»
«Ο Κάλντερ είναι πολύ συναισθηματικός», απάντησε ο πατέρας μου.
«Ίσως.»
«Δεν ξέρει ακόμα πώς λειτουργεί ο κόσμος.»
«Ή ίσως τον καταλαβαίνει καλύτερα από εσένα.»
Το βλέμμα του σκλήρυνε.
«Δεν άλλαξες καθόλου.»
«Εσύ άλλαξες;»
Δεν απάντησε.
Για μια στιγμή, κανείς δεν μιλούσε.
Η μουσική συνέχιζε να παίζει απαλά στο βάθος, αλλά γύρω μας είχε δημιουργηθεί ένας μικρός κύκλος από ανθρώπους που προσποιούνταν πως συζητούσαν μεταξύ τους ενώ στην πραγματικότητα άκουγαν εμάς.
Ο πατέρας μου σταύρωσε τα χέρια.
«Πες μου λοιπόν...»
Έκανε μια μικρή παύση.
«Τι κάνεις τόσα χρόνια;»
«Δουλεύω.»
«Πού;»
«Εδώ κι εκεί.»
Ο Γκρίφιν γέλασε δυνατά.
«Αυτό σημαίνει ότι δεν έχει σταθερή δουλειά.»
Δεν του έδωσα σημασία.
Ο πατέρας μου συνέχισε.
«Άκουσα κάποτε ότι μπήκες σε κάποια δημόσια υπηρεσία.»
«Άκουσες σωστά.»
«Γραφείο;»
«Κάποιες φορές.»
«Διοίκηση;»
«Κάποιες φορές.»
«Άρα τίποτα ιδιαίτερο.»
Χαμογέλασα.
«Αν αυτό σε κάνει να κοιμάσαι καλύτερα τα βράδια... τότε ναι.»
Η ειρωνεία μου τον ενόχλησε περισσότερο από όσο ήθελε να δείξει.
Με κοίταζε διαφορετικά τώρα.
Σαν να προσπαθούσε να λύσει έναν γρίφο.
Δεν μπορούσε να με διαβάσει.
Και αυτό τον εκνεύριζε.
Ξαφνικά θυμήθηκα το γράμμα του Κάλντερ.
Το είχα ακόμη φυλαγμένο μέσα σε ένα παλιό ξύλινο κουτί στο σπίτι μου.
Ήταν η πρώτη φορά που κάποιο μέλος της οικογένειας προσπάθησε πραγματικά να με βρει.
"Θεία Μάρεν..."
"Κανείς δεν μου λέει γιατί έφυγες."
"Όλοι δίνουν διαφορετικές απαντήσεις."
"Θέλω να ακούσω τη δική σου."
Εκείνο το γράμμα δεν είχε θυμό.
Δεν είχε κατηγορίες.
Μόνο απορίες.
Και στο τέλος έγραφε:
"Αν παντρευτώ χωρίς εσένα, θα αισθάνομαι ότι λείπει κάποιος που ποτέ δεν γνώρισα πραγματικά."
Εκείνη ήταν η στιγμή που αποφάσισα να έρθω.
Όχι για τον πατέρα μου.
Όχι για τον Γκρίφιν.
Αλλά για εκείνο το μικρό αγόρι που κάποτε του είχα αγοράσει μια μπλε γρανίτα σε ένα πάρκο και που, είκοσι χρόνια αργότερα, ακόμη θυμόταν εκείνη την ημέρα.
Η φωνή του πατέρα μου με έφερε πίσω στο παρόν.
«Δεν νομίζω ότι καταλαβαίνεις.»
«Τι;»
«Ότι δεν ανήκεις πια σε αυτή την οικογένεια.»
Τον κοίταξα ήρεμα.
«Το αποφάσισες εσύ αυτό πριν από είκοσι ένα χρόνια.»
«Εσύ έφυγες.»
«Με πέταξες έξω.»
«Επέλεξες να μην υπακούσεις.»
«Επέλεξα να μη γίνω εμπόρευμα.»
Μερικά κεφάλια γύρισαν απότομα.
Ο Γκρίφιν χαμήλωσε τη φωνή.
«Πρόσεχε τι λες.»
«Γιατί;»
«Δεν είναι όλα ανάγκη να ακουστούν.»
«Η αλήθεια δεν φοβάται να ακουστεί.»
Ο πατέρας μου έσφιξε τα δόντια.
«Εκείνος ο γάμος θα εξασφάλιζε το μέλλον σου.»
«Όχι.»
Τον κοίταξα κατάματα.
«Θα εξασφάλιζε το δικό σου μέλλον.»
Τα μάτια του άστραψαν από θυμό.
Για πρώτη φορά ένιωσα ότι έχανε τον έλεγχο.
Και τότε...
Το βραχιόλι μου γλίστρησε έξω από το μανίκι.
Ήταν τόσο απλό που κανείς δεν του έδωσε σημασία.
Κανείς...
Εκτός από εκείνον.
Το βλέμμα του καρφώθηκε πάνω στις χαραγμένες συντεταγμένες.
Έμεινε ακίνητος.
«Αυτό...»
Η φωνή του ακούστηκε διαφορετική.
«Τι σημαίνει;»
Χάιδεψα ασυναίσθητα το βραχιόλι.
«Μου θυμίζει ότι καμία καταιγίδα δεν κρατάει για πάντα.»
Για πρώτη φορά στη ζωή μου...
Δεν είχε απάντηση.
Εκείνη τη στιγμή, στην άλλη άκρη της αίθουσας, η νύφη γύρισε ξαφνικά προς το μέρος μου.
Τα μάτια της καρφώθηκαν πάνω μου.
Στην αρχή συνοφρυώθηκε.
Έπειτα άνοιξε διάπλατα τα μάτια.
Το πρόσωπό της έχασε κάθε χρώμα.
Ο Κάλντερ έσκυψε δίπλα της.
«Λιόρα;»
Εκείνη δεν απάντησε.
Συνέχιζε να με κοιτάζει σαν να είχε δει κάποιον που πίστευε πως δεν θα συναντούσε ποτέ ξανά.
Σηκώθηκε αργά από τη θέση της.
Το κουαρτέτο σταμάτησε να παίζει.
Οι καλεσμένοι γύρισαν προς το μέρος της.
Και εγώ κατάλαβα...
Ότι μέσα στα επόμενα λίγα λεπτά, τίποτα δεν θα ήταν όπως πριν.
Μέρους 3…

0 comments:
Post a Comment